Ο Γιώργος Γεωργίου στο DNA of Arts!!

2016-12-16 16:19

Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Τσομπανόπουλο. 

Αγαπημένος κύριος του θεάτρου μας, ηθοποιός και συγγραφέας με 42 χρόνια στο χώρο. Κάθε μας συνάντηση είναι πάντα ενδιαφέρουσα και είναι τιμή μου που είναι φίλος μου! Με αφορμή την επικείμενη έκδοση της αυτοβιογραφίας του που θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 19/12, κάναμε την ακόλουθη συζήτηση!

 

-          Όλοι εμείς που σας αγαπάμε κύριε Γιώργο, περιμέναμε από καιρό να δούμε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο από εσάς… Μιλήστε μου γι’ αυτό…

-          Αχ Αλέξανδρε καλέ μου φίλε! Πίστεψέ με ότι κι εγώ σας αγαπώ πολύ! Σ’ αυτό το βιβλίο κατέθεσα όλη μου την αγάπη. Ειλικρινά ερχόμουν στη θέση του κόσμου που θα το διαβάσει και το πρώτο που φρόντισα είναι να πω αλήθειες. ΜΟΝΟ ΑΛΗΘΕΙΕΣ!! Ορισμένες είναι σκληρές, σε μία μόνο δεν αναφέρω το όνομα. Όλα τα άλλα τα λέω με το όνομά τους. Μπορεί να μου κακιώσουν κάποιοι από τους συναδέλφους, αλλά ειλικρινά όπως γράφω στην αρχή του βιβλίου, θα πω μόνο αλήθειες για τα 42 μου χρόνια στο θέατρο. Αν κάποιοι ενοχληθούν, ας μη διέπρατταν τότε όσα διέπραξαν… Εγώ είμαι μαζί σας. Με το αναγνωστικό κοινό. Έκατσα με πολλή αγάπη και αυτοσυγκέντρωση και επιστράτευσα, αν θέλεις το πιστεύεις, τις μνήμες μου από το 1949 που γεννήθηκα. Είμαι 67, δε μου φαίνεται ε;

-          Καθόλου…( γέλια)

-          Με θυμήθηκα να μπουσουλάω. Και καταγράφω από τότε μια ζωή σαν παραμύθι. Από το Σεπτέμβρη του 1949 που γεννήθηκα, μέχρι το 2015. Γράφω 65 χρόνια ζωής… Να σκεφτείς ότι οι πρώτες 40 σελίδες είναι το διάστημα πριν βγω στο θέατρο. Φαντάσου με τι λεπτομέρειες αναφέρομαι, γιατί τα θυμάμαι, χωρίς ούτε ένα ψέμα. Δε μπορώ να πω ψέματα. Συγκέντρωσα μέσα στο μυαλό μου όλο αυτό το υλικό και ευτυχώς με τον κύριο Αλτσχάιμερ δεν έχω συγγένεια καμία!!! 

-          Πάντα στις συναντήσεις μας, μου έκανε εντύπωση, το ότι θυμάστε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια…

-          Ναι, μου το λένε πολλοί. «Καλά, θυμάσαι αυτό;». Προχθές ανέβασε ένας συνάδελφος, ο Νίκος ο Γιάννακας, μια φωτογραφία που έχει αγκαλιά την Εβελίνα την Παπούλια. Φωτογραφία πριν 20 χρόνια, όταν έκανε τους «Δύο Ξένους». Του λέω, «Είσαι εδώ με την Εβελίνα, στο “Περίμενε μέχρι να νυχτώσει” στο Ιλίσια.». Μου λέει: « Δεν το πιστεύω ότι το θυμάσαι… το 1998 ήταν!». Θυμάμαι, δεν είναι κακό. Ξέρεις τι προσπαθώ να ξεχάσω Αλέξανδρε; Ο, τι με ενόχλησε, ο, τι με πείραξε, ο, τι με πλήγωσε! Δε θέλω να πορεύομαι με τέτοια βιώματα, γιατί κάνουν κακό σ’ εμένα. Δεν περνάω καλά μ’ εμένα. Αυτά προσπαθώ και τα αποβάλλω. Βέβαια γράφοντας ένα βιβλίο, τα ξανάφερα όλα κοντά. Γιατί έπρεπε να τα αναφέρω. Και τα καλά και τα κακά του κυρίου Τάδε… Μου πήρε 3 μήνες δουλειάς. Να σκεφτείς, πεταγόμουν στις 3 το πρωί. Φαίνεται, έβλεπα στον ύπνο μου κάτι που είχα παραλείψει και βουρ στον υπολογιστή 3-4 το πρωί να γράφω. Τρελός! Δεν τα κάνει λογικός άνθρωπος αυτά! Αλλά όταν τελείωσε και το παρέδωσα, ήταν για μένα σαν ένα ευαγγέλιο ειλικρινά. Είπα: «Τι ωραίο πράγμα έγραψα!». Μακάρι να έχει απήχηση, γιατί με αυτό το βιβλίο και θα ευθυμήσει αυτός που θα το διαβάσει και θα συγκινηθεί. Έτσι είναι η ζωή… Δεν έχει μόνο ευχάριστες πλευρές. Για να μην πω ότι οι περισσότερες είναι δυσάρεστες. Εγώ φρόντισα να τα έχω με μέτρο. Θυμόμουν, στο Θεό σου, από τις 6 Ιουνίου του 1974 που βγήκα…

-          Θυμάστε και τη μέρα;

-          Ναι, ήταν Παρασκευή! Γράφω στο βιβλίο γιατί τη θυμάμαι. Είναι μια καταπληκτική σύμπτωση… Το πάω από σαιζόν σε σαιζόν. Μου λέει η γυναίκα μου, «Βρε Γιώργο, μήπως κουράσει;». Κοίταξε, γράφω ότι υπήρξαν κάποιες σαιζόν που δεν αξίζει τον κόπο να αναφερθούν, επειδή δε συνέβη τίποτα το αξιόλογο, το περίεργο, το ευτράπελο… Αυτές απλά τις αναφέρω. Αλλά υπάρχουν και σαιζόν, στις οποίες μένω 3 σελίδες. Γιατί έχω πράγματα να πω. 

-          Μιλάμε για μια λεπτομερή καταγραφή όλων των παραστάσεων στις οποίες συμμετείχατε τόσο ως συγγραφέας, όσο και ως ηθοποιός….

-          Ναι, ναι! Αναφέρω τις παραστάσεις, αναφέρω ότι από το 1993 έγινα τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Αυτό το οφείλω εν πρώτοις στη Δέσποινα τη Στυλιανοπούλου και γράφω για ποιο λόγο και στον Κώστα το Χατζηχρήστο. Ο Θεός να τον αναπαύει… Αν δεν είχα τον Κώστα το Χατζηχρήστο το 1993… 

-          Με τον οποίο αν θυμάμαι καλά είχατε πάει τουρνέ στο εξωτερικό…

-          Αμερική, Καναδά και μετά καλοκαίρι του 1993 στο ΜΙΝΩΑ με το “ Βλαμμένα Άχρηστα Μυαλά”. Από το “ Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά” του Κουτσομύτη που παιζόταν τότε. Αν δεν ήταν σε εκείνη τη δουλειά να με επιβάλει με το έτσι θέλω… Και όχι γιατί με γούσταρε απλώς. Είχε πάει με κείμενα δικά μου σε όλη την Αμερική. Και κατά καλή μου τύχη να το πω; Είχα καταθέσει την ψυχούλα μου σ’ αυτά γιατί ήταν και τα πρώτα και ήθελα να είναι καλά. Σκέφτηκα ότι ξεκινούσα ένα άλλο επάγγελμα, παράλληλα με το ηθοποιιλίκι. Το οποίο με βοήθησε και σαν ηθοποιό. Να σκεφτείς Αλέξανδρε ότι υπήρχαν σαιζόν, από το 1993 και μετά, που δε χτύπαγε το τηλέφωνο για να παίξω κάπου. Και δεν ήμουν μεγάλος τότε. 45… Και λέω: « Τι κάνεις τώρα Γεωργίου;». Έβγαιναν καινούριες φουρνιές ηθοποιών και εμάς τους λίγο παλιότερους, άρχισαν να μας παραμερίζουν. Και λογικό το βρίσκω. Ή θα έπρεπε να έχεις το ιδιαίτερο ταλέντο, το άστρο, κάτι που εγώ δεν είχα για να γίνω πρωταγωνιστής. Και δε μου άφησε απωθημένα, ούτε πικρίες ούτε τίποτα. Ο Βουτσάς είχε πει κάτι εκπληκτικό που το γράφω και στο βιβλίο. « Ρε Γιώργο, θυμάμαι τότε στο ΑΚΡΟΠΟΛ, στην Ιπποκράτους, που εγώ έπαιζα στο ΓΚΛΟΡΙΑ, το όνομά σου με μεγάλα γράμματα και ολόσωμη φωτογραφία με τους πρωταγωνιστές. Τι έγινε μετά και δεν προχώρησε το πράγμα;» Λέω, « Φταίει ο χαρακτήρας μου, που είμαι καλόπιστος, δεν είμαι μέσα στην ίντριγκα και μέσα στην αυλή κανενός επιχειρηματία και άρχισαν να με παραγκωνίζουν, ήδη από την επόμενη της σαιζόν που έκανα τη μεγάλη μου επιτυχία. Και έμεινα ένας δεύτερος ηθοποιός.». Και τι γυρνάει και μου λέει Αλέξανδρε; « Αν δεν είχαμε εσάς τους καλούς δεύτερους ηθοποιούς για δεκανίκι μας, εμείς δε θα γινόμαστε ποτέ πρωταγωνιστές.»

-          Μεγάλη αλήθεια…

-          Σοφό… Να είναι καλά ο Κώστας ο Βουτσάς. Θα διαβάσει ένα απόσπασμα το βράδυ της παρουσίασης. Το είπα για να σου πω ότι από τους αγαπητούς συναδέλφους, που είναι φτασμένοι πρωταγωνιστές, δεν κινδυνεύεις. Πατούν γερά στα πόδια τους. 

-          Έτσι είναι, δεν έχουν κόμπλεξ…

-          Κανένα. Ξέρουν ποιοι είναι. Είναι τυχαίο ότι ο Κώστας ο Βουτσάς είναι 60 χρόνια τώρα πρώτος; Κανενός κωμικού η καριέρα δε διήρκεσε όσο του Κώστα Βουτσά. Και κάποιοι κακοπροαίρετοι μιλούν για γερουσία. Ποια γερουσία ρε; Τον βλέπεις πάνω στη σκηνή και πετάει ο άνθρωπος. Επειδή έγινε 85 πρέπει να ανοίξει τον τάφο του να μπει μέσα; ΟΧΙ!!! Θα κάτσει όσο αντέχει. Τον πήρα την Πρωτοχρονιά να του ευχηθώ, γιατί ο Κώστας γεννήθηκε 31/12. Μου λέει, « Αχ Γιώργο, μεγαλώνω…». Του λέω, « Θα σου πω μια κουβέντα, που έλεγε η συγχωρεμένη η μάνα μου, να τη θυμάσαι! Ρε κάτσε εκεί, μην αδειάζεις γωνιά!!» (γέλια) « Καλό αυτό, θα το λέω», μου είπε. Αυτό δεν το γράφω στο βιβλίο. Γράφω όλα μου τα παιδικά χρόνια. Εξαιρετικά φτωχά. Ήταν ξέρεις Αλέξανδρε, η εποχή μετά τον Εμφύλιο. Με το τέλος του, γνωρίστηκαν οι γονείς μου και παντρεύτηκαν και έφεραν το πρώτο τους κουτσούβελο στον κόσμο, που ήμουν εγώ. Διαολάκι από μικρό. Αλλά το μικρόβιο του σινεμά και του θεάτρου, μπήκε στη ζωή μου από τα πολύ μικράτα μου. Το θυμάμαι σαν τώρα, ήμουν 7 ετών, όταν με πήγε ο πατέρας μου να δω το « Ο Μιμίκος και η Μαίρη». Βουγιουκλάκη, Μπάρκουλης. Παλιά ταινία του 1958. Από αυτή την ταινία, μπήκε το μικρόβιο του θεατρίνου. Ήξερα πολύ καλά τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Πράγμα που δεν άρεσε στη μάνα μου καθόλου…

-          Είχαν αντιρρήσεις οι γονείς σας;

-          Η μητέρα μου. Θυμάμαι μάλιστα ότι μου είχε πει κάτι πολύ χοντρό. Το γράφω στο βιβλίο. « Θεατρίνος; Εκεί μέσα είναι όλοι τέτοιοι και τέτοιες.». Κατάλαβες, μην πω τη λέξη… Και γράφω ότι είναι πάρα πολύ άδικο για τους κακόμοιρους τους θεατρίνους να τους κυνηγάει αυτή η ρετσινιά. Ξαφνικά ότι όλοι είναι διεστραμμένοι…

-          Υπήρχε πάντα αυτή η προκατάληψη…

-          Ναι μεγάλη! Και όσους γνώρισα εγώ, πίστεψέ με Αλέξανδρε, ήταν σωστοί οικογενειάρχες. Οι κυρίες, οι πρωταγωνίστριες, ήταν μαγείρισσες και μάνες. Σωστοί άνθρωποι ήταν. Απλώς η λάμψη, το φως των προβολέων, η ιδιαιτερότητα του επαγγέλματος που δε μπορούσε να την κάνει ο καθένας, τους έφερε σε μια μοίρα άδικη. Ευτυχώς με τα χρόνια ο κόσμος έγινε πιο πολιτισμένος και εξαλείφθηκε αυτή η ρετσινιά. Ήμουν 8 χρόνων θυμάμαι, όταν γυρνάει η μάνα μου και μου λέει – γιατί τότε έκανα παραστάσεις στους φίλους μου στη γειτονιά και γελάγανε- « Τι είναι αυτά τα καραγκιοζιλίκια που κάνεις;» «Τι σε νοιάζει εσένανε; Εγώ θα γίνω ηθοποιός.» «Σιγά μη σε κάνω ντιγκιντάγκα!». Και της απαντώ: « Μπα, και πού ξέρεις αν ο φούρναρης, ο παγοπώλης, ή ο μανάβης μας δεν είναι ντιγκιντάγκας;»

-          Ωραία ατάκα!!! ( γέλια)

-          8 χρόνων ο γλωσσάς εγώ! Δυσκολεύτηκα, αλλά δεν της κράτησα ποτέ κακία, γιατί ήταν μια γυναίκα λαϊκή, αγράμματη, αλλά τα παιδιά της και η οικογένειά της ήταν πάνω απ’ όλα. Μια λατρεμένη μάνα ήταν Αλέξανδρε. Και πάσχιζε γιατί νόμιζε ότι πρέπει να γίνω τεχνίτης. Και τι έκανε για να μη γίνω ηθοποιός; Με σταμάτησε απ’ το γυμνάσιο. Σου λέει θα του εμποδίσω το δρόμο. Γιατί για να γίνεις ηθοποιός, χρειαζόταν απολυτήριο γυμνασίου. Αυτό το έφερε βαρέως μέχρι που την έχασα και έλεγε, «Τι έκανα η κακούργα…», και της έλεγα « Μη στενοχωριέσαι βρε μάνα». Σταμάτησα το γυμνάσιο, αλλά βρήκα τους δρόμους και έγινα ηθοποιός. Έκανα αυτό που ήθελα στη ζωή μου.  Δεν έμαθα πολλά γράμματα, δεν έμαθα Αρχαία Ελληνικά, αλλά εντάξει. Ξέρω καλά ελληνικά και τη δημοτική τη χειρίζομαι άψογα. Απόδειξη ότι είμαι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Συγγραφέων. Την εποχή εκείνη λοιπόν, υπήρχε η άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού. Αυτό το κατήργησε, κακώς, πολύ κακώς για μένα, η Μελίνα η Μερκούρη. Και το επάγγελμα είναι ξέφραγο αμπέλι. Βλέπεις ένα ωραίο νέο στο δρόμο και σου λέω θα βγω στο θέατρο. Που εγώ χτυπήθηκα 3 χρόνια στη Δραματική Σχολή… Είχα μάθει για την άδεια, 18 χρόνων τότε. Ήταν Αγίου Κωνσταντίνου 12 στον 5ο όροφο. Άκου τι θυμάμαι. Μου είπαν ότι έπρεπε να μάθω ένα κομμάτι αρχαίας τραγωδία και ένα ποίημα και ενώπιον της Επιτροπής που αποτελείται από πρωταγωνιστές του θεάτρου, θα κρινόταν ποιος έκανε για το επάγγελμα. Για να μην πάνε χαμένα τα ταλέντα που δεν έβγαλαν το γυμνάσιο. Πολύ σωστό. Το κράτησα εγώ αυτό, έκανα το στρατιωτικό μου στην υπέροχη Θεσσαλονίκη 21 μήνες και μόλις γύρισα πήγα να δώσω για την άδεια. Είχα μάθει από τον Οιδίποδα Τύραννο, τον Τειρεσία, ένας ρόλος που με έχει σημαδέψει και δεν αξιώθηκα να τον παίξω ποτέ. Και μου πήγαινε! Να σκεφτείς, τον έδωσα αυτό το ρόλο πτυχιακές εξετάσεις στο Υπουργείο για την άδεια και πέρασα. Είπα στην Επιτροπή τις πρώτες αράδες, γιατί δεν άφηναν να το πεις όλο, ήταν 240 υποψήφιοι. Σεπτέμβριος του 1971 στο θέατρο ΜΙΝΩΑ που δεν υπάρχει πια.

-          Ποια ήταν τα μέλη της Επιτροπής;

-          Πρόσεξε πότε τους είδα. Δεν ήθελα να τους δω όταν πήραν τις θέσεις τους και έκατσαν στην πρώτη σειρά. Οι υποψήφιοι καθόμασταν από την 3η και πέρα. Και μια κυρία μας φώναζε 5-5 να ανεβαίνουμε πάνω. Είπαν κάποιοι από τους υποψήφιους: « Ωχ, αυτοί είναι Επιτροπή; Παίρνουν κεφάλια!». Εγώ για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να τους ακούσω, για να μην επηρεαστώ και με καταποντίσει το τρακ. Ενώ ήμουν έτοιμος. Όταν λοιπόν τελείωσα το μονόλογο, κοιτώντας στο άπειρο, μου λέει η κυρία που φώναζε τους υποψηφίους: « Τώρα θα μας πείτε και ένα ποίημα κύριε Γεωργίου.». Και αυτό το αναφέρω για να δείξω πόσο άσχετος ήμουν και είμαι ακόμα με τα πολιτικά. Σου μιλάω για Χούντα το 1971! «Τι ποίημα θα πείτε;», Λέω: «Θα πω ένα του Γιάννη Ρίτσου.». Στο Θεό σου, δεν ήξερα ότι είναι κομμουνιστής ο Ρίτσος! Και ακούω από την πρώτη σειρά έναν της Επιτροπής να φωνάζει πολύ άγρια: «Τι θα πείτε;». Κοιτάω και βλέπω τον Παντελή το Ζερβό. Δίπλα του ο Τζόγιας, παραδίπλα η Βαλάκου. Τους παραπέρα δεν πρόλαβα να τους δω. Λέω: «Του Ρίτσου, γιατί;» «Μα είναι δυνατόν να μας πείτε ποίημα του Ρίτσου;». Και πετάγεται η Βαλάκου, ο Θεός να τη συγχωρέσει, με αυτή τη γλυκιά φωνούλα… «Αφήστε τον να το πει!». Και είπα 2-3 στίχους. Και κατεβαίνοντας μου έλεγαν όλοι οι υποψήφιοι: «Μα κι εσύ, Ρίτσο βρήκες να πεις; Κάηκες φουκαρά μου!». Τους έλεγα καλή επιτυχία και έφευγα. Από τους 240, πέρασε το 0,5%, δηλαδή 12 άτομα. Και ήμουν μέσα στους 12. Έτσι πήρα την άδεια. Στο λέω και συγκινούμαι, γιατί θυμάμαι εκείνη τη μέρα σαν τώρα. Μπαίνω λοιπόν στη Σχολή, φτάνω στο 3ο έτος και μου γίνεται πρόταση να πάω το καλοκαίρι του 1974 στη Ρόδο με το Κλασσικό Θέατρο Ρόδου που ανέβαζε Οιδίποδα Τύραννο. Ήμουν νέος και δε μου έδωσαν τον Τειρεσία, ήμουν στο χορό κορυφαίος. Με είχαν ξεχωρίσει για το ανάστημα και τη φωνή μου. Και πράγματι, τελείωσε το έτος και έφυγα για Ρόδο- είχαμε κάνει στο μεταξύ πρόβες στην Αθήνα-με ωραίο θίασο, ηθοποιούς από το Εθνικό Θέατρο. Κατεβαίνουμε στη Ρόδο για να κάνουμε τις τελευταίες πρόβες στο Αρχαίο Θέατρο και αρχές Ιουνίου να κάνουμε την πρεμιέρα μας. Η πρεμιέρα είχε οριστεί 6 Ιουνίου 1974. Και χτυπάει το τηλέφωνο το πρωί, σε ένα ανάκτορο που μέναμε με έξοδα του Δήμου, και είναι ο Διευθυντής της Σχολής. «Γιώργο μου στις 6 Ιουνίου, είναι οι πτυχιακές σου.» «Τι μου λες; Με τρελαίνεις! 6 Ιουνίου έχω πρεμιέρα:» «Ε και; Θα πάρεις το πρωί το αεροπλάνο, θα κατέβεις στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και μετά 4-5 το απόγευμα, ξαναπαίρνεις το αεροπλάνο και πας να κάνεις την πρεμιέρα σου» Και πέρασα! 6 Ιουνίου παίρνω το πτυχίο μου και το ίδιο βράδυ κάνω πρεμιέρα ως επαγγελματίας ηθοποιός. Τι συγκυρία ε; συγκινητικό, απίστευτο!

-          Θα ήθελα να μου πείτε, πώς βλέπετε τους νέους ηθοποιούς σήμερα…

-          Α, Παναγία μου! Λυπάμαι τους νέους ηθοποιούς. Πίστεψέ με Αλέξανδρε, βλέπω πολλές παραστάσεις και off Broadway, όχι μόνο στα κεντρικά θέατρα. Βλέπω παραστάσεις που διαβάζω τα ονόματα και δεν ξέρω κανέναν, αλλά δεν έχω καμία επιφύλαξη, γιατί τους πιστεύω απόλυτα. Φέτος, είδα 3 παραστάσεις με νέους και ήταν από τις καλύτερες που είδα φέτος το χειμώνα! Ηθοποιοί με ταλέντο, με υποκριτικές δυνατότητες, χόρευαν, τραγουδούσαν… Με σέβας στον κόσμο, χωρίς καμία χυδαιολογία, χωρίς ψεύτικη κωμική φινέτσα, μπαλαφάρες και τέτοια… Και δυστυχώς το θέατρο περνάει βαθιά κρίση. Να σκεφτείς ονόματα και είναι χωρίς δουλειά. τα κασέ έχουν πέσει. Οι νέοι δυστυχώς, δεν αμείβονται γιατί είναι ποσοστούχοι. Δεν υπάρχει επιχειρηματίας που θα πει, θα σου δώσω 700-800€ το μήνα. Για να ζήσεις, όχι να αποταμιεύσεις… Και οι νέοι δίνουν την ψυχούλα τους, μήπως και καταφέρουν και βγουν από την αφάνεια.

-          Πολλά παιδιά κάνουν και δικές τους θεατρικές ομάδες…

-          Ναι και είναι πολύ πετυχημένες ομάδες. Με πολύ ωραία έργα. Να δεις τώρα που είσαι Αθήνα, το «Λεωφορείον ο πόθος» στο Σύγχρονο Θέατρο. Την Κόρα την Καρβούνη που κάνει τη Μπλανς Ντιμπουά, την ήξερα σαν ηθοποιό, αλλά όλους τους άλλους δεν τους ήξερα καθόλου. Ούτε την κυρία που κάνει την αδερφή της τη Στέλλα, ούτε τον Στάνλεϋ Κοβάλσκι. Και όμως ήταν όλοι τους ηθοποιοί 5 αστέρων. Και σκίζει! Είναι πολύ ωραία παράσταση, γιατί η Ελένη η Σκότη, μια νέα σκηνοθέτης, δεν πείραξε το έργο του Τένεσσι Ουίλιαμς. Είναι αυτή η καινούρια μόδα τώρα, που τολμούν και πειράζουν όχι μόνο Τένεσσι Ουίλιαμς, αλλά Αισχύλο, Σοφοκλή… Είδαμε το καλοκαίρι, τα κατάπτυστα αυτά ανεβάσματα. Να αναφέρω το Χουβαρδά στην Ορέστεια, που έκανε την Κλυταιμνήστρα να βγαίνει με ποδιά κουζίνας και να ακούει δίσκο της Βέμπο… Κάτσε ρε, σεβάσου τον Αισχύλο το φουκαρά!

-          Πώς το εξηγείτε αυτό το φαινόμενο;

-          Για να δείξουν ότι είναι πολύ πιο μπροστά από την εποχή και ότι όλα αυτά κάτι συμβολίζουν. Τίποτα δε συμβολίζουν!

-          Να κάνουν κάτι «διαφορετικό»…

-          Ναι! Εγώ όταν ήμουν ακόμα σπουδαστής Δραματικής Σχολής, πρόλαβα όλους τους μεγάλους ηθοποιούς και σκηνοθέτες στην αρχαία τραγωδία. Είδα δουλειές του Μινωτή, του Σολομού, του Μουζενίδη… Είδα Ηλέκτρα με την Αντιγόνη Βαλάκου, που ακόμα τη θυμάμαι. Το 1972 από το Αμφιθέατρο Ευαγγελάτου. Σεβόντουσαν τον αρχαίο ποιητή. Μετέφερε το ρε σκηνοθέτη στην εποχή που γράφτηκε. Πώς ήταν ο χώρος ο σκηνικός, τι φοράγανε… Δώσε μια ολόκληρη εικόνα της εποχής. Τι μου βγάζεις την Κλυταιμνήστρα με γουνάκι- αλεπού; Για όνομα Του Θεού! Είμαι πολύ κατά αυτών των ανεβασμάτων. Όχι μόνο δεν θα ήθελα να παίξω, αλλά ούτε να τα δω! Και φέτος δεν είδα πολλές τέτοιες παραστάσεις. Ούτε τη Λυσιστράτη με το γυμνό. Την είχα δει με την Αρώνη, σε σκηνοθεσία Σολομού, με μουσική Μάνου Χατζιδάκι, κοστούμια Μίνωα Αργυράκη και σκηνικά Τσαρούχη… πάνε να καταστρέψουν παντελώς το θέατρο. Εδώ τόλμησαν να ανεβάσουν Ρωμαίο και Ιουλιέττα, αυτό το αριστούργημα του Σαίξπηρ, που κρατάει 400 χρόνια τώρα και να μου βάλουν το Στάθη τον Ψάλτη να παίξει την παραμάνα! Η παραμάνα λογικά, θα πρέπει να είναι μια ευτραφής κυρία στο στυλ της Τζέσης Παπουτσή ή της Ευαγγελίας Σαμιωτάκη.  Μια νταρντάνα γυναίκα. Και βάλανε τον Ψάλτη να την κάνει και να παίζει επιθεώρηση. Ο κόσμος γύρισε την πλάτη. Σε ένα μήνα κατέβηκε. Και για να επανέλθουμε στους νέους, ούτε αμείβονται, ούτε ασφάλεια έχουν. Που σημαίνει ότι δε θα πάρουν ποτέ τους σύνταξη. Εδώ πλέον δεν ξέρουν οι εργαζόμενοι αν θα πάρουν. Πόσο μάλλον οι νέοι ηθοποιοί, που δε φαίνονται σε καμία μισθολογική κατάσταση κανενός ασφαλιστικού τομέα. Με πληγώνει πολύ αυτό, γιατί είναι οι συνεχιστές του θεάτρου μας. Ποιοι θα μείνουν; Σκέφτεσαι να ανεβάσεις τραγωδία και λες ποιοι θα παίξουν; Δεν υπάρχει Μινωτής, Κωτσόπουλος, Τζόγιας, Βαλάκου, Χατζηαργύρη, Παξινού… Υπάρχουν νέοι, αλλά όταν τους βάζεις να παίξουν αρχαία τραγωδία λες και παίζουν μπουλβάρ ή Δημήτρη Ψαθά, ε όχι, αυτό είναι νέα τραγωδία.

-          Στην τελευταία μας συνάντηση, μου είχατε πει ότι είστε απογοητευμένος και δεν επιθυμείτε να ξαναγράψετε θεατρικό έργο. Έχει αλλάξει κάτι;

-          Όχι, δεν έχει αλλάξει κάτι Αλέξανδρε. Παραμένω σταθερός στις σκέψεις μου και στις υποσχέσεις μου σε μένα. Δε θέλω να ξαναγράψω και φέτος κλείνω 10 χρόνια. Έχω να γράψω από το 2006. Αναφέρω στο βιβλίο το λόγο που απέχω. Να γράψεις μια επιθεώρηση για ποιους πια;

-          Πρόζα όμως;

-          Για πρόζα… Δεν είμαι τόσο αναγνωρίσιμος. Δεν είμαι ο Πρετεντέρης, ούτε ο Σακελλάριος. Ξέρω ποιος είμαι! Δε μας εμπιστεύονται οι επιχειρηματίες. Σκέψου ότι έγραψα τελευταία μια σπουδαία φαρσοκωμωδία, που μεταξύ μας, χωρίς καλάμι, θα τη ζήλευε και ο Ρέι Κούνεϊ. Με ίντριγκα, πολύ ωραία κωμωδία. Και δε θέλουν ούτε να το διαβάσουν. Και είπα, δεν πειράζει, να είστε καλά, δεν ξαναγράφω. Να γράφω για να τα έχω στο συρτάρι; Τι είμαι ψώνιο; Και δε γράφω για να βγάλω λεφτά, τουλάχιστον να δω το έργο μου…

-          Αναφέρεστε στο έργο με το οποίο μου είχατε πει πέρσι ότι ίσως ανεβαίνατε Θεσσαλονίκη;

-          Όχι! Αυτή ήταν η πρώτη πρόζα που έγραψα και παίχτηκε στη Θεσσαλονίκη με μεγάλη επιτυχία το χειμώνα 1997-1998, σε ένα θέατρο που ήταν κινηματογράφος. Όταν πήγαμε με τον Πάντζα εκεί, γιατί αυτός ήταν πρωταγωνιστής, του λέω: «Εδώ θα παίξουμε;». Ήταν στην Άνω Πόλη, δε θυμάμαι όνομα. Του λέω, «Γιώργο, θα καταστραφούμε εδώ. Είναι εκτός πόλης, είναι κινηματογράφος…». Να σκεφτείς, δεν είχε καμαρίνια, ούτε τουαλέτα. Μας έφεραν μια χημική! Και άρεσε τόσο πολύ η κωμωδία μου που έκανε σε δραχμές τότε σε 3 εβδομάδες 25.000.000 σε εισπράξεις! Μυθικό ποσό! Ποσό που άλλες πρόζες το έκαναν σε όλη τη σαιζόν! Αυτό το έργο λοιπόν, επειδή άρεσε, μου το ζήτησε ο Βύρων Κολάσης για Θεσσαλονίκη και μετά περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Το προσάρμοσα, γιατί το είχα γράψει πριν χρόνια και άρεσε και στο Βύρωνα και στη Μαίρη Ευαγγέλου που θα ήταν η πρωταγωνίστρια. Παραγωγός μας θα ήταν αυτός που τυγχάνει να είναι τώρα ο εκδότης μου, που έχει τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ, ένα σπουδαίο παλικάρι ο Γιάννης ο Πατσατόπουλος. Και μας λέει ο προπομπός μας, να μη σταματήσουμε από Θεσσαλονίκη, γιατί πέρσι στις γιορτές, είχε 4-5 μεγάλους θιάσους. Και έτσι δεν έγινε… Ο Πάντζας πάντως, όταν παίχτηκε, έβγαλε πολλά λεφτά. Εγώ με όσα μου έδωσαν, είπα και ευχαριστώ. Ποτέ δεν έδιναν στους συγγραφείς όσα πρέπει. Τι να γράψω πια; Στο βιβλίο λέω ότι όταν έφυγε ο Σωτήρης Μουστάκας το 2007, πήρε μαζί του και την επιθεώρηση. Ήταν καθαρόαιμος επιθεωρησιακός ηθοποιός, γι’ αυτό και όπως μου είχε πει επιχειρηματίας, ήταν και ο πιο ακριβοπληρωμένος. Δεν έλεγε βωμολοχίες ο Σωτήρης. Έπαιζε θαυμάσια την επιθεώρηση. Αναφέρω στο βιβλίο και ένα ευτράπελο που συνέβη μεταξύ μας και τον έβαλα στη θέση του, νέος συγγραφέας εγώ, με ένα εύρημά μου, που δεν το φανταζόταν. Έχει ενδιαφέρον!